Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα

«Η μικρή μου μάγισσα είναι υπερβολικά χαριτωμένη και θα αρέσει ασφαλώς αφάνταστα. Έχει τόση απλότητα, αφέλεια, αλλά και κάτι κατεργάρικο. Είναι όλο φυσική χάρη, νοημοσύνη, ζωηράδα και πραγματικά πολύ όμορφη, έχει μια εντελώς ποιητική ομορφιά, αποτελεί τιμή για τις Ελληνίδες…». (Αμαλία σε επιστολή προς τον πατέρα της, 27 Απριλίου 1840) | Αγγέλα Βιδάλη

621

Η Αικατερίνη Μπότσαρη γεννήθηκε στον Κακόλακκο Πωγωνίου, ορεινό χωριό στον σημερινό νομό Ιωαννίνων, το 1818/1820. Ήταν κόρη του θρυλικού Σουλιώτη αγωνιστή Μάρκου Μπότσαρη (Σούλι, 1790 – Καρπενήσι, 1823), ο οποίος είχε διακριθεί για την ανδρεία και τις ηγετικές ικανότητές του τόσο προεπαναστατικά κατά τους αγώνες των Σουλιωτών εναντίον του Αλή πασά, όσο και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, λαμβάνοντας μέρος σε σημαντικές μάχες και επιθέσεις κατά των Τούρκων στη ∆υτική Ελλάδα. Ο ηρωικός του δε θάνατος στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, κατά την αιφνιδιαστική επίθεση στο τουρκικό στρατόπεδο (8-9 Αυγούστου 1823), και παράλληλα η ευγένεια του χαρακτήρα του συνέτειναν, αμέσως μετά τον πρόωρο θάνατό του, στην ανάδειξη της μορφής του σε πρότυπο του ιδανικού ήρωα, που παραλληλίστηκε από τους συγχρόνους του με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, υμνήθηκε με ποιήματα, θεατρικά και μουσικά έργα και αποτυπώθηκε σε πίνακες ζωγραφικής από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα κ.λπ. Ως εκ τούτου η Αικατερίνη μεγάλωσε με την έλλειψη της φυσικής παρουσίας του πατέρα, γεγονός που επέδρασε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της, αλλά και με τις τιμές και την αναγνώριση που της πρόσφεραν οι αγώνες και η θυσία του. Με όπλα της το ένδοξο όνομά του, τη μόρφωση που κατόρθωσε η ίδια να αποκτήσει και την απαράμιλλη ομορφιά της, θα κερδίσει την εκτίμηση της βασίλισσας Αμαλίας, που θα την επιλέξει για Κυρία των Τιμών της Αυλής της. Στα ταξίδια που τη συνόδευσε, κυρίως στο Μόναχο, με την ομορφιά της και το «παράστημα της αμαζόνας», η Μπότσαρη σαγήνεψε τους ευγενείς της Ευρώπης και έγινε σύμβολο ομορφιάς της εποχής. Είναι εντυπωσιακό ότι το 1856 μια ποικιλία τριαντάφυλλου λευκής απόχρωσης έλαβε προς τιμήν της την ονομασία «Botzaris», διαιωνίζοντας την έκπαγλη καλλονή της.

Παιδικά χρόνια στη δίνη της Επανάστασης

Advertisement

Μια ασυνήθιστη ανατροφή.

Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 βρήκε την Αικατερίνη στα Ιωάννινα, καθώς μέλη σουλιώτικων οικογενειών, ανάμεσα στα οποία η σύζυγος του Μάρκου Μπότσαρη Χρυσούλα και τα τέκνα τους, είχαν παραδοθεί στον Αλή πασά ως εγγύηση της συμφωνίας για επιστροφή των Σουλιωτών στην πατρική γη, με αντάλλαγμα τη σύμπραξή τους στο πλευρό του Αλβανού τοπάρχη κατά των σουλτανικών στρατευμάτων που είχαν σταλεί εναντίον του το 1820. Μετά την εξόντωση του Αλή από τον Χουρσίτ πασά και υπό τον φόβο πιθανής απόπειρας αρπαγής των ομήρων από τον Μάρκο Μπότσαρη, η γυναίκα με τις κόρες του οδηγήθηκαν στη Λάρισα, στα στρατόπεδα του ∆ράμαλη. Ωστόσο ο γιος του ∆ημήτρης με τον Κώστα Μπότσαρη, αδελφό του Μάρκου, κατόρθωσαν να διαφύγουν στα βουνά.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-1
Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη. Μελανογραφία του Αθανασίου Ιατρίδη (Οδησσός, 1824, Eθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Κατά τη διαμονή τους στη Λάρισα, η Αικατερίνη ήταν βρέφος και η μητέρα της, η «Μάρκαινα», όπως την αποκαλούσαν, τη θήλαζε. Ο ∆ράμαλης προόριζε την τελευταία για τροφό του αγέννητου τέκνου του, αλλά για την περήφανη Σουλιώτισσα η ταπείνωση αυτή, να θηλάσει Τουρκόπουλο, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Απογαλάκτισε αμέσως τη μικρή Κατερίνα, προκαλώντας τη σκληρή τιμωρία της, καθώς ο ∆ράμαλης απομάκρυνε το βρέφος από τη μητέρα του και το παρέδωσε στον μπέη της ∆ράμας. Στη ∆ράμα η Αικατερίνη κέρδισε την αγάπη και τη συμπάθεια της συζύγου του μπέη και έτσι ανατράφηκε με φροντίδα και καλοσύνη. Έμαθε να μιλάει ελληνικά και τουρκικά, χωρίς όμως να ξεχνάει την ηπειρώτικη καταγωγή της. Η μάνα της σε αυτά τα δύο-τρία χρόνια αγνοούσε την τύχη του παιδιού της.

Η περιπέτεια της οικογένειας του Μπότσαρη τελείωσε τον Μάρτιο του 1822, όταν ο Μάρκος αξίωσε από την Προσωρινή ∆ιοίκηση και πέτυχε την ανταλλαγή της με τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά, τα οποία είχαν αιχμαλωτιστεί κατά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Όταν η οικογένεια του μπέη από τη ∆ράμα έπρεπε να αποχωριστεί τη μικρή Κατερίνα, θέλησε να της προσφέρει ως δώρο «μία φούχτα φλουριά», που η μικρή Σουλιώτισσα αρνήθηκε με επιμονή και περηφάνια, όπως αναφέρει ένα από τα παλικάρια του πατέρα της που πήγε να την παραλάβει. Ο Μπότσαρης θα συναντηθεί με την οικογένειά του στην Κόρινθο. Η συνάντηση αυτή έμελλε να είναι η τελευταία τους.

Ο Μάρκος, για να παραμείνει απερίσπαστος στον Αγώνα αλλά και για να είναι η οικογένειά του ασφαλής, αποφάσισε να στείλει τη σύζυγό του Χρυσούλα, τις τρεις κόρες του, Βασιλική, Αναστασία και Κατερίνα, αλλά και τον γιο του ∆ημήτρη στην Ανκόνα της Ιταλίας. Στην απόφασή του συντέλεσε, εκτός από την επιβίωση, και η ανάγκη μόρφωσης των παιδιών του. Ο μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος, με επιστολή του προς τα μέλη της ελληνικής κοινότητας στην Ανκόνα, τους ζήτησε να συνδράμουν την «ευγενεστάτη σύζυγο του λαμπρού Μάρκου Μπότσαρη». «Να υποδεχθήτε την ρηθείσαν αρχόντισσα, ως μία πριγκηπέσσα του Γένους», γράφει χαρακτηριστικά. «Περιποιούμενοι την σύζυγόν του και την οικογένειάν του, θέλετε κάμει πράγμα δίκαιον και προς την Πατρίδα ευχάριστον».

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-2
Λιθογραφία του Giovani Boggi, η οποία απεικονίζει τον Δράμαλη Μαχμούτ πασά, από το Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus reconnues soit par leur cruauté soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grèce (Παρίσι, 1826, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Στην Ανκόνα η Αικατερίνη μαζί με τα αδέλφια της φοίτησαν στο ελληνικό σχολείο της κοινότητας, η οποία είχε αναλάβει μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο τα έξοδα διαβίωσής τους. Στην Ιταλία ήταν που της αποδόθηκε το παρωνύμιο «Ρόζα», το οποίο στη συνέχεια επικράτησε του βαφτιστικού της ονόματος. Οι Ιταλοί, βλέποντάς την όμορφη, ροδαλή και γελαστή, την παρομοίαζαν με τριαντάφυλλο (rosa).

Μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, το 1823, η οικογένεια αναχώρησε από την Ανκόνα και μετοίκησε στην Κέρκυρα, όπου τη φιλοξένησε η οικογένεια Κεφαλά. Οι αγγλικές αρχές δυσανασχέτησαν με την παραμονή της συζύγου και των παιδιών του Μπότσαρη στο νησί, φοβούμενες ενδεχόμενες προστριβές με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι αυτοί αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν τελικά στη Ζάκυνθο, αρχικά στο αρχοντικό της οικογένειας Ρώμα. Η μόρφωση των παιδιών συνεχίστηκε και τα κορίτσια είχαν δάσκαλο τον Γεώργιο Τερτσέτη, που συνδεόταν με φιλία με τον πατέρα τους Μάρκο Μπότσαρη.

Μετά την απελευθέρωση επέστρεψαν στο Μεσολόγγι, υπό την προστασία του Κώστα Μπότσαρη, αδελφού του Μάρκου. Εκεί είχαν τη δυνατότητα να επισκέπτονται και τον τάφο του Μάρκου. Μια επιδημία ωστόσο στέρησε από την οικογένεια της Μάρκαινας τη μικρότερη κόρη, την Αναστασία. Ο θάνατός της προκάλεσε αβάσταχτο πόνο και θλίψη, που οδήγησαν στην απόφαση να μετακομίσουν οι τρεις γυναίκες στην Αθήνα. Σε συμφωνία με τον αρχηγό της οικογένειας, Κώστα Μπότσαρη, και με την πενιχρή ενίσχυση από το κράτος αναζήτησαν εκεί μια καλύτερη τύχη και μόρφωση για τα κορίτσια.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-3
Προσωπογραφία του Μάρκου Μπότσαρη. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου (1861, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Στο Μεσολόγγι θα συναντήσει αργότερα, το 1835, ο Αμερικανός περιηγητής Στέφενς την Αικατερίνη, για την οποία σημειώνει τα εξής: «Ήτο ηλικίας δεκαέξ περίπου ετών […] ωραία νεανίς προικισμένη εις το απόλυτον με όλα τα γνωρίσματα της Ελληνικής καλλονής. Καθαρό μελαχροινόν χρώμα, μαύρα μαλλιά […] μεγάλα μαύρα μάτια εκφράζοντα ήρεμον μελαγχολία, που ημπόρουν όμως να εκτοξεύσουν πύρινα βλέμματα, φοβερώτερα από το σπαθί του πατρός της». Ο Στέφενς, εκτός από την ομορφιά της, που είχε ήδη διαφανεί, αναφέρεται και στη μόρφωση της Αικατερίνης, η οποία μιλούσε γαλλικά και έτσι μπόρεσαν να συζητήσουν με μικρή δυσκολία. Επίσης ενημέρωσε την οικογένεια για τη φήμη του Μάρκου Μπότσαρη ως ήρωα στο εξωτερικό και κυρίως στην Αμερική, καθώς και για τα συναισθήματα που προκάλεσε ο θάνατός του, τα οποία εκφράζονταν με ποιήματα, όπως αυτό του Αμερικανού ποιητή Halleck με τίτλο «Μάρκος Μπότσαρης».

Πρώτα χρόνια στην Αθήνα

Η μόρφωση και η πρώτη επίσκεψη στο παλάτι.

Η Αικατερίνη-Ρόζα Μπότσαρη φθάνει στην Αθήνα λίγα χρόνια πριν από την ανακήρυξή της ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους. Η πόλη είναι γεμάτη ζωή, και ας έχει πολλά γκρεμισμένα σπίτια, ερείπια και λασπωμένους δρόμους. Η μητέρα και οι δύο της κόρες μένουν σε ένα σπίτι στην Πλάκα, στη σκιά της Ακρόπολης, και με τα πενιχρά τους έσοδα προσπαθούν να επιβιώσουν.

Παρά τη φτώχεια, η ευγένεια αλλά κυρίως το όνομα Μπότσαρη βοηθάει την Αικατερίνη να φοιτήσει στη Σχολή Χιλλ, που είχε ιδρύσει ο Αμερικανός πάστορας John Hill με τη σύζυγό του Fanny-Francis Mulligan το 1831. Ο πάστορας, με συγκίνηση, της είπε ότι είναι τιμή τους να την έχουν μαθήτρια, χωρίς δίδακτρα, ότι ο πατέρας της ήταν θρύλος στην πατρίδα του και ότι τα παιδιά στα σχολεία μάθαιναν το ποίημα του Halleck που γράφτηκε προς τιμήν του. Τα μαθήματα που παρακολουθούσε η Ρόζα ήταν αριθμητική, που τη δυσκόλευε, ιστορία, γεωγραφία, μουσική και ανάγνωση από βιβλία και την Καινή ∆ιαθήκη. Τη μόρφωσή της συμπλήρωναν τα μαθήματα γαλλικών που της παρείχε η δούκισσα Ντε Μαρμπουά, η γνωστή ως δούκισσα της Πλακεντίας, στο σπίτι της στην οδό Πειραιώς. Η φοίτησή της στη Σχολή Χιλλ τής επέτρεψε παράλληλα τη συναναστροφή και τη γνωριμία της με την αστική τάξη της Αθήνας, καθώς οι περισσότερες από τις συμμαθήτριές της προέρχονταν από σημαντικές οικογένειες της πόλης. Ως μαθήτρια της σχολής εξάλλου παρέστη λίγο αργότερα, το 1834, στην υποδοχή του Όθωνα στη νεοσύστατη πρωτεύουσα.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-4
Προσωπογραφία της δουκίσσης της Πλακεντίας, η οποία παρέδιδε μαθήματα γαλλικών στη μικρή Αικατερίνη-Ρόζα. Ελαιογραφία σε μουσαμά (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Η ζωή της στην Αθήνα, που συνεχώς άλλαζε με την ανοικοδόμηση και είχε αρχίσει να μετατρέπεται από χωριό σε πόλη, κυλούσε ήρεμα, με την Αικατερίνη να φροντίζει για τη μόρφωσή της και τη μητέρα και την αδελφή της Βασιλική να ασχολούνται με το νοικοκυριό. Την εποχή αυτή, μεγάλη χαρά τούς έδιναν οι επιστολές του ∆ημήτρη με τα νέα του από το Μόναχο, όπου βρισκόταν για σπουδές.

Ενδιαφέρον για τη μόρφωσή του είχε εκδηλωθεί από διάφορες πλευρές, τόσο από ξένους, όπως π.χ. ο βασιλιάς της Γαλλίας, όσο και από τον ίδιο τον Καποδίστρια, που μερίμνησε γενικότερα για την οικογένεια και την εκπαίδευση των παιδιών του Μπότσαρη. Τελικά, το 1827 ο ∆ημήτρης εστάλη στο Μόναχο για να σπουδάσει στη Στρατιωτική Ακαδημία, με τη φροντίδα αλλά και την οικονομική υποστήριξη του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, που ήταν γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα. Ο Λουδοβίκος εξάλλου βοηθούσε οικονομικά και την υπόλοιπη οικογένεια, όπως διαφαίνεται από επιστολή του Κωνσταντίνου Γεροστάθη προς τη Χρυσούλα Μπότσαρη:

«Ζάκυνθον

Προς την τιμιοτάτην κυρίαν Μάρκαινα Μπότζαρην

Κορφούς 13 8βρίου 1828

…να σας εμβάζω κατά μήνα φράνκα διακόσια διά λογαριασμό της αυτού μεγαλειότητος βασιλέως της Μπαβαρίας… Είμαι έτι διατεταγμένος να σας κοινοποιήσω ότι ο Βασιλεύς είναι πολύ ευχαριστημένος από την καλήν διαγωγή του υιού σας…».

Ίσως όχι τυχαία λοιπόν ο Κώστας Μπότσαρης, αδελφός του Μάρκου, ήταν ένα από τα τρία μέλη της αντιπροσωπείας που εστάλη στο Μόναχο για να προσκαλέσει τον Όθωνα στον ελληνικό θρόνο και να υποβάλει τα σέβη της εκ μέρους των Ελλήνων.

Με την άφιξη του Όθωνα στην Αθήνα, επέστρεψε και ο ∆ημήτριος με τη συνοδεία του βασιλιά. Οι συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας βελτιώθηκαν και συχνά ο γιος της οικογένειας συνόδευε τις αδελφές του σε περιπάτους, αλλά και σε εκδηλώσεις που διοργάνωνε το Παλάτι, όπως στην τελετή θεμελίωσης του νέου ανακτόρου, στις 25 Ιανουαρίου 1834. Στην τελετή αυτή παρευρίσκονταν, εκτός από τον Όθωνα, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α΄, Βαυαροί αξιωματούχοι, αγωνιστές με τις φουστανέλες τους, γυναίκες με τις γιορτινές φορεσιές και εντυπωσιακούς κεφαλόδεσμους, Φαναριώτες με τα ψηλά καπέλα και οι σύζυγοί τους με τις μακριές τουαλέτες και τα καπέλα, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μόδα. Το πολύχρωμο αυτό μωσαϊκό ανθρώπων συνέθετε την «αριστοκρατία» της εποχής.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-5
Οι Έλληνες απεσταλμένοι, Ανδρέας Μιαούλης, Κωνσταντίνος Μπότσαρης και Δημήτριος Πλαπούτας, προσφέρουν υποταγή και αφοσίωση στον Όθωνα. Λιθογραφία του Peter von Hess (Μόναχο, 1852, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Η Αθήνα, νέα πρωτεύουσα του κράτους από το 1834, είχε αρχίσει πλέον να μετατρέπεται σε μια μεγαλούπολη. Αναπτύχθηκαν οι δομές και οι υποδομές της, χαράχτηκαν και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι, μάστορες και εργάτες από όλη την Ελλάδα κατέφθαναν για να συμβάλουν στην ανοικοδόμησή της. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η Αθήνα προσπαθούσε να ικανοποιήσει τις πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες των νέων κατοίκων της, ιδρύθηκαν βιβλιοθήκες, πανεπιστήμιο, αστεροσκοπείο κ.λπ. Η διασκέδαση ασφαλώς δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Με το πέρασμα βέβαια του χρόνου χτίστηκαν επίσης θέατρα που παρουσίαζαν παραστάσεις, κυρίως από ξένους θιάσους. Τα καφενεία, ωστόσο, παρέμεναν οι κυριότεροι χώροι διασκέδασης της εποχής και τα αδέλφια Μπότσαρη τα επισκέπτονταν συχνά. Εκεί μάθαιναν τις ειδήσεις από την Αθήνα, την περιφέρεια αλλά και την Ευρώπη. Η συνήθειά τους αυτή συνεχίστηκε και αργότερα, όταν η Αικατερίνη υπηρετούσε πλέον στο παλάτι· και έτσι μετέφερε τα νέα αυτά και στη βασίλισσα.

Η πρώτη επίσκεψη της Μπότσαρη στο παλάτι ήταν σε έναν χορό που την κάλεσε η βασίλισσα Αμαλία, μαζί με τον αδελφό της. Η προετοιμασία ήταν πυρετώδης για την πρώτη συνάντηση με το βασιλικό ζεύγος. Η μητέρα της, με τη βοήθεια μιας συγγένισσάς της, της έραψε ένα μεταξωτό φόρεμα και η δούκισσα της Πλακεντίας τής έδωσε συμβουλές συμπεριφοράς: πώς να υποκλιθεί, πώς να απαντήσει σε ερωτήσεις των βασιλέων, πώς να αντιδράσει σε χειροφίλημα… Η εμπειρία ήταν καταπληκτική. Γνώρισε ηλικιωμένους αγωνιστές που εξέφραζαν τον θαυμασμό τους για τον πατέρα της, νεαρούς αξιωματικούς με εντυπωσιακές στολές και κυρίες ντυμένες με την παρισινή μόδα. Ο ∆ημήτρης την παρουσίασε στον Όθωνα και στην εντυπωσιακή Αμαλία, η οποία της ζήτησε να την επισκεφθεί στο παλάτι την επόμενη εβδομάδα.

Στην Αυλή της Αμαλίας

Έξι συναρπαστικά χρόνια και η εσπευσμένη απομάκρυνση.

Η βασίλισσα Αμαλία με την άφιξή της στην Αθήνα, το 1837, προσπάθησε να προσαρμοστεί στα δεδομένα και στις συνθήκες της νέας της πατρίδας και των ανθρώπων της. Ενθουσιασμένη με την αποστολή της, κατάλαβε την ανάγκη της ύπαρξης ενοποιητικών συμβόλων ανάμεσα στη βασιλική Αυλή, στην αριστοκρατία της Αθήνας αλλά και γενικότερα στους υπηκόους της. Ως εκ τούτου καθιερώνει εθνική γυναικεία ενδυμασία που παίρνει και το όνομά της, όπως επίσης ο βασιλιάς Όθων καθιερώνει τη φουστανέλα ως ανδρική εθνική ενδυμασία.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-6
Τα νέα ανάκτορα των Αθηνών (σημερινή Βουλή), το 1843. Εικονογράφηση του Illustrated London News (Antiqua Print Gallery/Alamy/Visualhellas.gr).

Η ενδυμασία «τύπου Αμαλίας» αποτελούσε ένα ρομαντικό αυλικό ένδυμα με στοιχεία τοπικών ελληνικών φορεσιών. Το φουστάνι ήταν φτιαγμένο από μεταξωτό ύφασμα, τύπου Biedermeier, το οποίο έμοιαζε με εκείνα που φορούσε μέχρι τότε η Αμαλία και ήταν δημοφιλή στη Γερμανία. Το μπούστο του φορέματος παρέπεμπε σε αυτό του καβαδιού, ενδύματος ανατολικής προέλευσης που συνηθιζόταν στην Αθήνα. Από πάνω φοριόταν το κοντογούνι, νησιώτικο γιλέκο. Στο κεφάλι οι παντρεμένες έφεραν φέσι με μακριά φούντα και οι ανύπαντρες καλπάκι. Η ενδυμασία «τύπου Αμαλίας» υιοθετήθηκε από αστές, σε πόλεις από την Κύπρο μέχρι το Βελιγράδι, και από τις Κυρίες επί των τιμών, σύμφωνα με την επιθυμία της βασίλισσας. Κατόπιν εντολής της επίσης, στη βασιλική Αυλή μόνο οι Επίτιμες Κυρίες επί των τιμών, που ήταν απόγονοι ιστορικών οικογενειών, διατήρησαν τιμητικά τη φορεσιά του τόπου τους.

Επίσης, κύριο μέλημα της Αμαλίας ήταν να οργανώσει την Αυλή της, η οποία θα λειτουργούσε σύμφωνα με το βαυαρικό εθιμοτυπικό. Οι Κυρίες επί των τιμών που θα την αποτελούσαν θα έκαναν συντροφιά στη βασίλισσα και θα τη συνόδευαν στα ταξίδια και στις επίσημες εξόδους της. Τον πρώτο χρόνο, τον ρόλο της Κυρίας επί των τιμών επωμίστηκε η Γερμανίδα κόμισσα Νόρδενφλιχτ, παιδαγωγός της Αμαλίας, που τη συνόδευσε στο ταξίδι της στην καινούργια της πατρίδα. Η Αμαλία, προσπαθώντας να προσεγγίσει και να δημιουργήσει μια βασιλική Αυλή αποδεκτή από τους πολίτες του βασιλείου της, αποφάσισε να προσλάβει Ελληνίδα Κυρία επί των τιμών. Η κόμισσα Νόρδενφλιχτ μάλιστα σε επιστολή της προς τη Von Sahorst, Κυρία επί των τιμών της Μεγάλης ∆ούκισσας του Ολδεμβούργου, αναφέρει: «Με την αρχή του νέου έτους ελπίζω να τελειώσει το ζήτημα της εκλογής Ελληνίδος Κυρίας επί των τιμών. Η σκέψις της Βασιλίσσης να προσλάβει μια νέα που να ομιλεί την Ελληνικήν και να φορή την Ελληνικήν φορεσιά, είναι πράγματι ιδέα έξυπνη και πολύ σωστή, και βεβαίως θα κάνει αρίστη εντύπωση… Επί του παρόντος τα χρέη της Κυρίας επί των τιμών τα εκτελώ εγώ…».

Η τελική επιλογή της Αμαλίας για τη θέση, η Αικατερίνη-Ρόζα Μπότσαρη, βασίστηκε κυρίως στην εκτίμηση και στον θαυμασμό που έτρεφε για τους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Η κόρη του θρυλικού Σουλιώτη ήρωα Μάρκου Μπότσαρη αποτελούσε ιδανική επιλογή. Ήταν «εξόχου κάλλους», «ταχείας αντιλήψεως», μορφωμένη και συμπεριφερόταν με άνεση και αυτοπεποίθηση. Επιπλέον είχε την πλήρη αποδοχή από τον λαό, όπως αναφέρει η κόμισσα Νόρδενφλιχτ: «Χθες εβγήκαμε μαζύ εις επισκέψεις και αντιλήφθην πόσην ευχαρίστησιν ησθάνετο όλος ο λαός βλέπων αυτή καθισμένην κοντά μου, μέσα εις την Βασιλικήν άμαξαν. Από τα διάφορα καταστήματα έβγαιναν οι Έλληνες διά να την καμαρώσουν…».

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-7
Αθηναίες με στολή Αμαλίας χορεύουν ελληνικούς χορούς. Ελαιογραφία Γερμανού καλλιτέχνη, γύρω στο 1830. Δωρεά Δαμιανού Κυριαζή (ΓΕ 11181/Mουσείο Μπενάκη).

Η «μικρή Μπότσαρη», όπως την αναφέρει η Αμαλία, ανέλαβε τα καθήκοντά της το Πάσχα του 1838. Μετακόμισε στο παλάτι, όπου της παραχωρήθηκε το δωμάτιο της τέως Κυρίας επί των τιμών, κόμισσας Νόρδενφλιχτ, η οποία μάλιστα ανέλαβε την εκπαίδευσή της. Ενημερώθηκε για το εθιμοτυπικό του παλατιού, που είχε αυστηρούς κανόνες, την απόλυτη εφαρμογή των οποίων απαιτούσε η Αμαλία, πήρε μαθήματα χορού, πληροφορήθηκε για τις συνήθειες της βασίλισσας, πώς να την αποκαλεί, πώς να συμπεριφέρεται ανάλογα με την περίπτωση κ.λπ. Καθώς έπρεπε να συνοδεύει τη βασίλισσα στους μακρινούς περιπάτους της, ήταν απαραίτητα επίσης τα μαθήματα ιππασίας, τη διδασκαλία των οποίων ανέλαβε ένας Βαυαρός σταβλίτης. Η Μπότσαρη σύντομα εξελίχθηκε σε δεινή ιππέα που απολάμβανε την αίσθηση ελευθερίας που της πρόσφεραν οι περιηγήσεις με το άλογο. Η κόμισσα Νόρδενφλιχτ αναφέρει σχετικά με την πρόοδό της στη βασιλική υπηρεσία: «…Πολύ περίεργη είμαι να ίδω, αν η νεαρά Κυρία θα συνηθίση ευκόλως τον αυλικόν βίον και πώς θα κανονίση την υπηρεσίαν της…». Η δε μητέρα της Αικατερίνης-Ρόζας με την αδελφή της Βασιλική εγκαταστάθηκαν σε σπίτι κοντά στο παλάτι, για να μπορούν να συμπαρασταθούν στη νέα Κυρία επί των τιμών.

Η πρώτη επίσημη έξοδος με τη βασίλισσα έγινε στις 25 Μαρτίου 1838, στους εορτασμούς της εθνικής επετείου, η οποία είχε οριστεί με βασιλικό διάταγμα. Σε αυτούς συμμετείχε πολύς κόσμος με ενθουσιασμό, χορούς και τραγούδια, κυρίως μπροστά στα ανάκτορα. Η ζωή στο παλάτι συνεχιζόταν με τις καθημερινές υποχρεώσεις, την υποδοχή των καλεσμένων της βασίλισσας, τη συμμετοχή της Μπότσαρη σε επίσημες εκδηλώσεις με την Αμαλία. Στις συναντήσεις με τους ξένους που επισκέπτονταν την Αθήνα και τα ανάκτορα, η Αικατερίνη εντυπωσίαζε με την ομορφιά της και τα περήφανο παράστημά της. Σε μία από τις εξόδους της με την Πρώτη Κυρία της Αυλής, την Ίντα φον Πλύσκωφ, που έμενε εκτός παλατιού, το 1841, συνάντησε τον ∆ανό συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν που συνόδευε το ζεύγος Λυτ, τον ∆ανό ιερέα της βασίλισσας και τη σύζυγό του Χριστιάνα. Ο Άντερσεν, εντυπωσιασμένος, αναφέρει σχετικά στο Οδοιπορικό στην Ελλάδα: «Μια νεαρή γυναίκα που ξεχωρίζει πάνω στο άλογό της. Τη γνωρίζουμε καλά. Είναι η κόρη του ήρωα Μάρκου Μπότσαρη, κυρία της Αυλής της βασίλισσας. Με το κόκκινο φέσι στα κατάμαυρα μαλλιά της, ακολουθεί σαν το Πνεύμα της ελληνικής ομορφιάς τη νεαρή βασίλισσά της. Οι μακριές σκούρες βλεφαρίδες της σηκώνονται σαν βελούδινα κρόσσια πάνω από τα μάτια της τα φλογερά. Είναι όμορφη όταν πετά με το γοργό της άτι, είναι όμορφη όταν σταματά και μπορείς να δεις ακόμα πιο καλά το πρόσωπό της… Απ’ όσες εικόνες κρατάει η μνήμη μου για την Ελλάδα, η κόρη του Μάρκου Μπότσαρη συγκεντρώνει την ομορφιά όλων των κοριτσιών του τόπου».

Η ομορφιά της γοήτευε όλους τους ξένους επισκέπτες του παλατιού, όπως για παράδειγμα τον αδελφό του βασιλιά Όθωνα και διάδοχο του θρόνου της Βαυαρίας, πρίγκιπα Μαξιμιλιανό. Σε μία από τις επισκέψεις του στην Αθήνα αυτός εξέφρασε τον θαυμασμό του στον αδελφό της ∆ημήτριο: «Η αδελφή σας έχει την Ελληνικήν καλλονήν». Εκείνος, παρόλο που κολακεύτηκε, πιστός στις αυστηρές παραδόσεις των Σουλιωτών, του απάντησε: «Υψηλότατε, η αδελφή μου έχει προ παντός την Ελληνικήν αρετήν». Η φήμη της Μπότσαρη σύντομα θα ξεπερνούσε τα στενά όρια του μικρού ελληνικού βασιλείου.

Ωστόσο, θα υπάρξουν και αρνητικές αναφορές προς το πρόσωπό της. Για παράδειγμα, η Χριστιάνα Λυτ καταγράφει στο σημειωματάριό της ότι η νεαρή Κυρία των Τιμών δεν είχε καθόλου ευγενική συμπεριφορά, ήταν ψηλομύτα και ακατάδεκτη. Της καταλογίζει δε ότι κατά το ταξίδι της στη Γερμανία, συνοδεύοντας τη βασίλισσα, προσποιούνταν ότι δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, με αποτέλεσμα όλοι να μιλούν ελεύθερα μπροστά της. Εκείνη στη συνέχεια διέδιδε παντού τις πολιτικές πληροφορίες που είχαν πέσει στην αντίληψή της, βλάπτοντας, κατά τη Λυτ, τους «ευεργέτες» βασιλείς της.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-8
Ο Όθων και η Αμαλία έφιπποι στην Αθήνα. Επιχρωματισμένη λιθογραφία (Otto König von Griechenland Museum, Ottobrunn).

Στο παλάτι ωστόσο η Αικατερίνη συνέχιζε τη ζωή της με χαρούμενες και δύσκολες στιγμές. Η Αμαλία ήταν άλλοτε αυστηρή μαζί της για την τήρηση του εθιμοτυπικού και άλλοτε μιλούσε για εκείνη με μεγάλη συμπάθεια: «…Συμπαθώ πάρα πολύ αυτή τη μικρή μάγισσα… την επιθύμησα πολύ, την έχω τόσο συνηθίσει!» αναφέρει σε επιστολή προς τον πατέρα της στις 6 Φεβρουαρίου 1841. Συχνά της πρόσφερε δώρα, κυρίως κοσμήματα σε όλες τις γιορτές. Συνήθως την αποκαλούσε Αικατερίνη, όταν ήταν θυμωμένη Κατερίνα και όταν τη σύστηνε σε ξένους Ρόζα, επειδή ήταν πιο εύκολο για εκείνους να προφέρουν και να θυμούνται το όνομα. Ωστόσο στην ίδια, όπως επίσης στη Μπότσαρη, το τελευταίο αυτό όνομα δεν άρεσε, γιατί δεν ταίριαζε σε μία Σουλιώτισσα.

Ωστόσο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου για την παραχώρηση Συντάγματος από τον βασιλιά, η Αμαλία είχε γίνει καχύποπτη απέναντι στη νεαρή Κυρία των Τιμών της. Σε επιστολές της, στις 17 και 21 Σεπτεμβρίου 1843, αναφέρει ότι η Μπότσαρη τους κατασκόπευε: «Άπιστοι αποδείχτηκαν η Μπότσαρη, ο Σούτσος, ο Τζαβέλλας […] Θλιβερό είναι για μένα ότι είμαι αναγκασμένη να είμαι τόσο πολύ με την Μπότσαρη […] μεγάλη υποκρίτρια που τη χρησιμοποιούν για να κατασκοπεύει. Για ό,τι πούμε η Μπότσαρη, μερικοί υπασπιστές, οι υπηρέτες δίνουν για όλα αναφορά».

Στις δύσκολες αυτές μέρες για την Αικατερίνη και στη δυσπιστία που την αντιμετώπιζε η Αμαλία, προστέθηκε και μια σοβαρή αδιαθεσία, που είχε μέσα στην άμαξα ενώ καθόταν δίπλα στη βασίλισσα, η οποία σημειώνει σχετικά σε επιστολή της στις 13 Απριλίου 1844: «Ευχαριστώ το Θεό που ήταν ο Γρίβας στην άμαξα, διαφορετικά θα είχα πεθάνει από τον φόβο μου». Η Αμαλία τρόμαξε πράγματι πολύ και, όταν ο γιατρός Ρέζερ διέγνωσε επιληψία, προβληματιζόταν για τον τρόπο που θα μπορούσε να απομακρύνει την Αικατερίνη από την Αυλή, χωρίς να βλάψει εκείνη και την οικογένειά της. Ο γάμος ίσως θα ήταν η καλύτερη λύση, όπως αναφέρεται στην ίδια επιστολή: «Θα μπορούσε βέβαια να παντρευτεί, υπάρχει κάποιος που τη ζητάει».

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-9
Η βασίλισσα Αμαλία στον κήπο της. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Franz Seraph Hanfstaengl βασισμένη σε έργο του Ernst Wihelm Rietschel (περ. 1855, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). Παρά την καλή της σχέση με την Αικατερίνη-Ρόζα, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου η Αμαλία είχε γίνει καχύποπτη απέναντι στη νεαρή Κυρία των Τιμών της, θεωρώντας ότι εκείνη κατασκόπευε. «Άπιστοι αποδείχτηκαν η Μπότσαρη, ο Σούτσος, ο Τζαβέλλας […] Θλιβερό είναι για μένα ότι είμαι αναγκασμένη να είμαι τόσο πολύ με την Μπότσαρη […] μεγάλη υποκρίτρια που τη χρησιμοποιούν για να κατασκοπεύει. Για ό,τι πούμε η Μπότσαρη, μερικοί υπασπιστές, οι υπηρέτες δίνουν για όλα αναφορά», έγραφε σε επιστολές της.

Έτσι, η Αικατερίνη-Ρόζα Μπότσαρη, που προσλήφθηκε στο παλάτι ως Κυρία επί των Τιμών της βασίλισσας με τις καλύτερες προοπτικές και έζησε συναρπαστικά έξι χρόνια στην Αυλή της, θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από αυτήν εσπευσμένα, αφήνοντας την Αμαλία με την απογοήτευση ότι: «[…] δεν μπόρεσε να τη διαπαιδαγωγήσει […]», όπως σημειώνεται σε επιστολή στις 21 Απριλίου 1844. Θα την αντικαταστήσει η Φωτεινή Μαυρομιχάλη.

Ταξίδια με την Αμαλία

Η Ελληνίδα καλλονή που έκλεβε τις εντυπώσεις.

Το βασιλικό ζεύγος είχε εντάξει στο πολιτικό του πρόγραμμα μεγάλα ταξίδια στην Ελλάδα. Ο σκοπός αυτών των ταξιδιών ήταν πολλαπλός. Οι βασιλείς επισκέπτονταν απροειδοποίητα περιοχές και πόλεις, πολιτικά ασταθείς, με σκοπό να ελέγξουν την ανάπτυξη των περιοχών της περιφέρειας και να σχηματίσουν αυθεντική εικόνα των προβλημάτων, που θα τους επέτρεπε να αναζητήσουν τρόπους επίλυσής τους με τη βοήθεια των τοπικών πολιτικών και θρησκευτικών αρχών. Τα ταξίδια αυτά αποτελούσαν και προσωπική τους επιθυμία να γνωρίσουν τους ανθρώπους, τον πολιτισμό και την ιστορία του βασιλείου τους. Για να έχει αμεσότερη επαφή, η Αμαλία έμαθε την ελληνική γλώσσα. Μάλιστα είχε αρχίσει τα μαθήματα πριν από τους αρραβώνες της. Στις επισκέψεις τους αυτές, οι ηγεμόνες γίνονταν δεκτοί με αγάπη, χαρά, ζητωκραυγές και επευφημίες από τους κατοίκους. Ειδικότερα η Αμαλία εντυπωσίαζε με την καταδεκτικότητά της και απολάμβανε τις αυθόρμητες εκδηλώσεις αγάπης.

Στα ταξίδια τους είχαν μεγάλη συνοδεία και πολλές φορές η Αικατερίνη-Ρόζα συνόδευε τη βασίλισσα. Το 1838, κατά την επιστροφή της από την Ελβετία, η Αμαλία συνάντησε τον Όθωνα στο Μεσολόγγι, που είχε πάει για να παραστεί στην τελετή ενταφιασμού των οστών του Μάρκου Μπότσαρη και στην τοποθέτηση στο μνημείο του γλυπτού «Ελληνοπούλα» που κατασκεύασε ο γλύπτης David d’Angers. Στην επίσκεψη αυτή, το βασιλικό ζεύγος φιλοξενήθηκε στην οικία των Μποτσαραίων και τους περιποιήθηκαν η Αικατερίνη με τη μητέρα της και την αδελφή της. Μετά από αυτή την επίσκεψη ο Όθων αποφάσισε να προικοδοτήσει τις δύο αδελφές: «[…] αποφασίζομεν να προικοδοτήσωμεν τας δύο θυγατέρας του ενδόξως υπέρ Πατρίδος πεσόντος ήρωος Μάρκου Μπότσαρη, εις τας οποίας δεν άφησεν ο πατήρ των ειμή το ένδοξόν του όνομα».

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-10
Η Ελληνοπούλα. Επιτύμβιο μαρμάρινο άγαλμα από τον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, έργο του Γάλλου γλύπτη David d’Angers (1834, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Τον Μάιο του 1839 ξεκίνησε το ταξίδι των βασιλέων για τη Στερεά Ελλάδα, που περιλάμβανε και επίσκεψη στο Καρπενήσι με σταθμό στο Κεφαλόβρυσο, τόπο θανάτου του Μάρκου Μπότσαρη. Η συνοδεία ήταν μεγάλη και ανάμεσά τους η Αικατερίνη Μπότσαρη και ο αδελφός της ∆ημήτριος. Η διαδρομή σε πολλά σημεία ήταν απότομη, ανηφορική και επικίνδυνη. Η Αικατερίνη όμως ήταν δεινή ιππέας, όπως και η Αμαλία, και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα. Προσπερνούσε τα εμπόδια με δεξιοτεχνία. «Μεταξύ των καβαλάρηδων ήταν και η δεσποινίδα Μπότσαρη, ανάλαφρη σαν φτερό, λεπτή σαν γαζέλα… Ξαφνικά, ξεπετάχτηκε από τη σειρά με σκοπό να πλησιάσει τη βασίλισσα, περνώντας ανάμεσα από τα παλικάρια, που με υπερηφάνεια και χαρά έβλεπαν την όμορφη κοπέλα, θυγατέρα του συμπολεμιστή τους», γράφει η κόμισσα Νόρδενφλιχτ. Στη διάρκεια του ταξιδιού η ίδια η Νόρδενφλιχτ τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι, στο σπίτι της Αικατερίνης, μέχρι να αναρρώσει με τη φροντίδα της Χρυσούλας και της Βασιλικής.

Η Αμαλία, σε επιστολή προς τον πατέρα της τον Απρίλιο του 1840, γράφει για την Αικατερίνη: «Τη μικρή μου Μπότσαρη θα τη φέρω οπωσδήποτε μαζί μου. Η μικρή μου μάγισσα είναι υπερβολικά χαριτωμένη… Έχει τόση απλότητα, αφέλεια, αλλά και κάτι κατεργάρικο. Είναι όλο φυσική χάρη, νοημοσύνη, ζωηράδα και πραγματικά πολύ όμορφη, έχει μία εντελώς ποιητική ομορφιά, αποτελεί τιμή για τις Ελληνίδες…». Πράγματι στο ταξίδι της Αμαλίας στο Μόναχο θα τη συνόδευε και η Αικατερίνη και με την πρόθεση να την ακολουθήσει επίσης στο Κάρλσμπαντ, για να κάνει και εκείνη θερμά λουτρά όπως είχε συστήσει ο γιατρός Ρέζερ, καθώς τον χειμώνα του 1841 είχε αρρωστήσει. Η ίδια η Ρόζα ενημερώθηκε από τη βασίλισσα λίγο πριν από την αναχώρησή τους και, εκτός από τις προετοιμασίες για το ταξίδι της Αμαλίας, καινούργια ρούχα, καπέλα και κοσμήματα, έπρεπε να ετοιμάσει και τις δικές της αποσκευές. Θα έπαιρνε μαζί της ελληνικές φορεσιές, τύπου Αμαλίας, και τα κοσμήματα της μητέρας της που της είχε δωρίσει ο πατέρας της.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1841 ξεκίνησε το ταξίδι τους, που ήταν μακρύ και επίπονο. Ταξίδεψαν με πλοίο μέχρι την Ανκόνα της Ιταλίας και συνέχισαν με άμαξες και τον σιδηρόδρομο. Η υποδοχή στο Μόναχο ήταν επίσημη και θερμή. Τις υποδέχτηκε ο ίδιος ο Λουδοβίκος Α΄ στον σταθμό και δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για την Ελληνίδα καλλονή. Παραβλέποντας το αυστηρό βασιλικό πρωτόκολλο που απαιτούσε ο βασιλιάς να παραμείνει ακίνητος, εκείνος έτεινε το χέρι του προς την Αικατερίνη για να τη βοηθήσει να κατέβει από την άμαξα. Η συμπεριφορά του αυτή σχολιάστηκε στις εφημερίδες της εποχής στο Μόναχο και εξακολούθησε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στη δημόσια σφαίρα για καιρό μετά την επίσκεψη. Σε κάθε έξοδο, χορούς, γεύματα και θέατρα, ο Λουδοβίκος Α΄ της πρόσφερε το χέρι για να τη συνοδεύσει, ενώ τη νύφη του Αμαλία συνόδευε ο πρίγκιπας Μαξιμιλιανός, αδελφός του Όθωνα. Με τον τρόπο αυτό, έδειχνε τον θαυμασμό του στη Ρόζα, αφενός ως λάτρης του γυναικείου φύλου αφετέρου για να την τιμήσει ως κόρη αγωνιστή, και ειδικά του ήρωα Μάρκου Μπότσαρη. Ο φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας συζητούσε μαζί της για την ιστορία της Ελλάδας και για το πάθος του για την αρχαιότητα, το οποίο εξάλλου αντικατοπτριζόταν στα επιβλητικά κτίρια της πόλης του Μονάχου που οικοδομήθηκαν κατά τη βασιλεία του.

Τη συντροφιά της Αικατερίνης επεδίωκαν επίσης η μητέρα του Όθωνα, βασίλισσα Θηρεσία, που ο λαός την αποκαλούσε Αγία, καθώς και η αδελφή του, πριγκίπισσα Ματθίλδη. Την προσκαλούσαν στα διαμερίσματά τους και προσπαθούσαν να πληροφορηθούν τις συνθήκες διαβίωσης του τόπου που είχε κληθεί να κυβερνήσει ο γιος και αδελφός τους. Η σύγχρονη εικόνα της Ελλάδας, μετά την αποχώρηση των Τούρκων, τούς ήταν άγνωστη, ενώ θαύμαζαν το λαμπρό παρελθόν της.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-11
Το βασιλικό ανάκτορο του Μονάχου. Χαρακτικό του 19ου αιώνα (Antiqueimages/Alamy/Visualhellas.gr).

Κατά τη διαμονή τους στο Μόναχο, στο παλάτι του Λουδοβίκου, η ζωή της Ρόζας ήταν παραμυθένια. Συνόδευε τη βασίλισσα σε εκδρομές και επισκέψεις, παρευρισκόταν σε δείπνα, χοροεσπερίδες και διάφορες εκδηλώσεις, παρακολουθούσε θεατρικές παραστάσεις. Η ομορφιά της αλλά και η καταγωγή της συγκίνησαν πλήθος κόσμου, που ήθελε να της μιλήσει και να εκφράσει τον θαυμασμό του. Έγινε αντικείμενο λατρείας. Ο υπουργός του Μεγάλου ∆ουκάτου του Οδεμβούργου, Gunther Jansen, αναφέρει σχετικά: «Στην ακολουθία της [Αμαλίας] άνηκε ως Κυρία επί των Τιμών, η Μπότσαρη, η κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου, μια νεαρά κυρία σπάνιου κάλλους, που έφερε αναστάτωση σε αρκετές βόρειες καρδιές…».

Επιστέγασμα του θαυμασμού της βασιλικής οικογένειας της Βαυαρίας ήταν η απόφαση ο ζωγράφος της Αυλής Γιόσεφ Καρλ Στίλερ να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της Μπότσαρη. Η Αικατερίνη, με βλέμμα που μαγνητίζει, πόζαρε με τη φορεσιά τύπου Αμαλίας, το εντυπωσιακό χρυσοποίκιλτο κοντογούνι της οποίας φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Η προσωπογραφία της αυτή τοποθετήθηκε στο ανάκτορο Νύμφενμπουργκ στο Μόναχο, στην «Πινακοθήκη των Καλλονών», όπου βρίσκεται ακόμα και σήμερα, ανάμεσα στις 36 προσωπογραφίες των πιο όμορφων γυναικών της αριστοκρατίας και της μεσοαστικής τάξης του Μονάχου της Βαυαρίας, που ζωγράφισε από το 1827 έως το 1850 κυρίως ο Γιόσεφ Καρλ Στίλερ. Το ταξίδι της αυτό έδωσε στη Ρόζα μια θέση στο πάνθεον των ωραιότερων γυναικών της εποχής της.

Γάμος και οικογενειακή ζωή

Από τη λαμπερή τελετή στις συμφορές.

Η Αικατερίνη-Ρόζα ήταν πλέον σε ηλικία γάμου. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Αμαλία προέκρινε επιπλέον το ζήτημα του γάμου της ως διέξοδο για την ομαλή απομάκρυνση της Μπότσαρη από την Αυλή, εξαιτίας του φόβου της για την ασθένειά της και την καχυποψία που έτρεφε προς το πρόσωπό της μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Η βασίλισσα συζήτησε με τον ∆ημήτριο Μπότσαρη την πρόθεση του Γεωργίου Καρατζά να παντρευτεί την αδελφή του. Ο Γεώργιος Καρατζάς (1802-1882) καταγόταν από φαναριώτικη οικογένεια και είχε συμμετάσχει στον Αγώνα ως αξιωματικός στον τακτικό στρατό υπό τον Κάρολο Φαβιέρο. Ακολουθώντας στρατιωτική σταδιοδρομία, φοίτησε στη νεοσύστατη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, στην οποία αργότερα χρημάτισε διοικητής.

Ο γάμος ανακοινώθηκε με βασιλικό διάταγμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «Επί τη προτάσει του Ημετέρου Υπουργού των Στρατιωτικών, συγχωρούμεν εις τον συνταγματάρχη διευθυντήν της Στρατιωτικής Σχολής, Γεώργιον Καρατζάν, να νυμφευθή την κυρία της Ημετέρας Αυλής Αικατερίνην, θυγατέρα του εκ Σουλίου αοιδίμου Βότζαρη».

Ο γάμος τελέστηκε τον Οκτώβρη του 1844, πιθανώς στις 12 του μηνός, με μεγάλη επισημότητα και παρουσία του βασιλικού ζεύγους. Μετά τη γαμήλια τελετή δόθηκε δείπνο στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού για 50 προσκεκλημένους, όπου ακούστηκε για πρώτη φορά από το αθηναϊκό κοινό το γαμήλιο εμβατήριο του Μέντελσον. Το δώρο των βασιλέων για τον γάμο ήταν ένα πλήρες σερβίτσιο φαγητού από πορσελάνη Σερβίας με το μονόγραμμα της Αικατερίνης. Όλες οι εφημερίδες αναφέρθηκαν στο γεγονός. Για παράδειγμα η εφημερίδα Αναμόρφωση της 18ης Οκτωβρίου 1844 σχολιάζει σχετικά: «Την Κυριακή ετελέσθη εις τα ανάκτορα ο γάμος του Αντισυνταγματάρχου Καρατζά και της θυγατρός του αειμνήστου Μ. Βότζαρη, επί παρουσία των Α. Μεγαλειοτήτων και των συγγενών και τινών φίλων αμφοτέρων των συζύγων. Η σεβαστή Βασίλισσα έδειξε στοργήν και βασιλικήν κηδεμονίαν εις την θυγατέραν του Λεωνίδου της νεωτέρας Ελλάδος. Ο ήρως ήθελεν εκπνεύσει πλέον ευχαριστημένος την τελευταίαν του πνοήν, εάν η γενναία του καρδία προησθάνετο ότι θέλει έλθει καιρός ότε η Σεβαστή Βασίλισσα της Ελλάδος ήθελεν αναλάβει την κηδεμονίαν της προσφιλούς του θυγατρός!».

Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε, για μικρό χρονικό διάστημα, στην οικία που τους παραχώρησε η δούκισσα της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Στη συνέχεια μετακόμισαν στον Πειραιά για να είναι κοντά στην εργασία του συζύγου της Αικατερίνης, καθώς ο Γεώργιος Καρατζάς ήταν διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, η οποία είχε μεταφερθεί στον Πειραιά από την Αίγινα. Το πρώτο παιδί της οικογένειας γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1845. Ήταν αγόρι και πήρε το όνομα του ήρωα παππού του, Μάρκος.

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-12
Λεπτομέρεια επιστολικού δελταρίου με προσωπογραφία της Αικατερίνης-Ρόζας Μπότσαρη, φιλοτεχνημένη από τον Γιόσεφ Καρλ Στίλερ (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο σύζυγος της Αικατερίνης ήταν αυστηρός, αυταρχικός, απόλυτος στις απόψεις του τόσο στην οικογένειά του όσο και στην εργασία του. Στα μέσα Απριλίου του 1846 στη Σχολή Ευελπίδων εκδηλώθηκε ένοπλη στάση με αποτέλεσμα οι σπουδαστές να καταλάβουν τη Σχολή. Η εξέγερση προερχόταν από τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων και αιτία ήταν το ελλιπές συσσίτιο και η αυστηρότητα του κανονισμού της Σχολής. Η Σχολή έμεινε κλειστή για μικρό χρονικό διάστημα, για να αποκατασταθεί η τάξη ανάμεσα στους Ευέλπιδες και στη διοίκηση. Το γεγονός αυτό έφερε αναστάτωση και στην οικογένεια.

Το 1847, λίγο πριν από το Πάσχα, γεννήθηκε ο δεύτερος γιος της Αικατερίνης, που τον ονόμασαν Αλέξανδρο. Η κοινωνική ζωή της συνεχιζόταν με βόλτες με τα παιδιά στον Κήπο της Αμαλίας, με περιπάτους στην Αθήνα για ψώνια στο Μοναστηράκι και επισκέψεις στη μητέρα της. Το θέατρο παρέμεινε μία από τις αγαπημένες εξόδους της οικογένειας. Σε μία από αυτές τους συνόδευσε και η μητέρα της. Η θεατρική παράσταση ήταν μια σύνθεση για ορχήστρα και χορωδία του Ν. Μισούδ με τίτλο Ιστορία του εθνικού ήρωα Μάρκου Μπότσαρη. Ο θρύλος του πατέρα της ακόμη ήταν ζωντανός. Η Ρόζα συναντούσε παλιές φίλες, συμμαθήτριες και διάφορες αστές κυρίες που επισκέπτονταν την Αθήνα σε συγκεντρώσεις για τσάι, παρακολουθούσε την πνευματική κίνηση της πόλης, τους ποιητικούς και φιλολογικούς διαγωνισμούς. Επισκεπτόταν συχνά το παλάτι και οι σχέσεις με την Αμαλία είχαν αποκατασταθεί.

Το τρίτο παιδί ήταν κοριτσάκι, το ονόμασαν Αμαλία προς τιμήν της βασίλισσας, που ήταν και η νονά του. Η βάφτιση έγινε στο παρεκκλήσι του παλατιού. ∆υστυχώς η μικρή Αμαλία πέθανε σε ηλικία τριών ετών από γαστρεντερίτιδα. Ο θάνατος της κόρης της οδήγησε την Αικατερίνη στη θλίψη, και σε συνδυασμό με τον δύσκολο και αυταρχικό χαρακτήρα του συζύγου της, άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της.

Το 1854 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα, λίγο πριν ενσκήψει η μεγάλη επιδημία χολέρας που έπληξε την πόλη το ίδιο αυτό έτος. Στην επιδημία αυτή η Αικατερίνη έχασε τη μητέρα της Χρυσούλα, την οποία φρόντισε μέχρι τις τελευταίες στιγμές της. Η χολέρα εξαπλώθηκε στον Πειραιά και στην Αθήνα πολύ γρήγορα. Περίπου 3000 άτομα έχασαν τη ζωή τους. Όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν τις πόλεις και κατέφευγαν στην περιφέρεια για να προστατευτούν. Έτσι η οικογένεια Καρατζά κατέφυγε στην Αίγινα, για μικρό χρονικό διάστημα.

Το 1856 γεννήθηκε το τέταρτο παιδί της οικογένειας, που ονομάστηκε Ευφροσύνη, προς τιμήν της αδελφής του Γεωργίου Καρατζά, καθώς τη μητέρα του την έλεγαν επίσης Αικατερίνη. Η φροντίδα των παιδιών της ήταν η μόνη χαρά στη ζωή της που την αποσπούσε από τη θλίψη. Η ίδια είχε παραμελήσει την εμφάνισή της και δεν θύμιζε την όμορφη Ρόζα που εντυπωσίαζε όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και τους Ευρωπαίους που τη συναντούσαν. Η μορφή της είχε αλλοιωθεί, τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει, η λάμψη στο βλέμμα της είχε σβήσει, το «παράστημα της αμαζόνας» δεν υπήρχε πια. Στη δεξίωση που δόθηκε στο παλάτι για τα 25 χρόνια βασιλείας, παρευρέθηκε με τον σύζυγό της, όπως και όλη η ελληνική αριστοκρατία, καθώς επίσης εκπρόσωποι από τα βασίλεια της Ευρώπης. ∆ύο Βαυαροί καλεσμένοι που είχαν γνωρίσει την Αικατερίνη-Ρόζα κατά την παραμονή της στο Μόναχο, ζήτησαν από μία Κυρία των Τιμών, ή την Μεγάλη Κυρία Πλύσκωφ ή την Πηνελόπη Λιδωρίκη, να τη δουν. Όταν την είδαν, δεν την αναγνώρισαν, την κοιτούσαν με έκπληξη. Ένας εξ αυτών είπε: «Αναγνωρίζω μόνον την υπερηφάνειάν και την σεμνότητά της». Την πλησίασαν και της μίλησαν με θαυμασμό. Της είπαν ότι την εποχή που ήταν στο Μόναχο, και για πολλά χρόνια μετά, υπήρξε ίνδαλμα για τη Γερμανία· επίσης ότι η προσωπογραφία της, που κοσμούσε ακόμη την «Πινακοθήκη των Καλλονών», είχε αποτυπωθεί σε διάφορα αντικείμενα, μαντίλια, κοσμήματα, σερβίτσια από πορσελάνη, αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Σε πολλά σπίτια στη Βαυαρία αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπήρχαν αντικείμενα με τη μορφή της και πολλοί μάλιστα έγιναν συλλέκτες.

Οι φιλανθρωπικές δραστηριότητες, που συνήθως ήταν υπό την αιγίδα της βασίλισσας, οι ποιητικοί και φιλολογικοί διαγωνισμοί, οι συγκεντρώσεις με αξιόλογους καλεσμένους του συζύγου της για φαγητό στο σπίτι τους ήταν οι μοναδικές διασκεδάσεις της Αικατερίνης. Όμως η μοίρα τής επιφύλασσε και άλλη συμφορά. Η μικρή της κόρη, η Ευφροσύνη, αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία 18 ετών. Έκτοτε η Αικατερίνη έχασε την επαφή με τα εγκόσμια, παραιτήθηκε από τη ζωή, κλείστηκε στο σπίτι, περιμένοντας το τέλος της.

Πέθανε το 1875, σε ηλικία 57 ετών, στην ίδια ηλικία με την Αμαλία. Ο Ιωάννης Κ. Καμπούρογλου έγραφε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 20 Ιανουαρίου 1875 σχετικά:

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-13
Κοντογούνι (γιλέκο) της Αικατερίνης-Ρόζας Μπότσαρη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

«Αικατερίνη Ρόζα Καρατζά.

Απεβίωσεν η σεβάσμια αύτη γυνή, ης το όνομα συνδέεται μετά σελίδων εποχών άρτι μόλις παρελθουσών της νέας Ελλάδος, και διά της οικογενείας του ήρωος Μάρκου Μπότσαρη, θυγάτηρ ου ήτο, και διά του ονόματος του συζύγου αυτής Γεωργίου Καρατζά υποστρατήγου και διά τη; ιδίας προσωπικής της διαπρεπείας και της θέσεως, ην από νεότητός της κατείχε μεταξύ των αρίστων κυριών της απελευθερωθείσης Ελλάδος.

»Η μακαρίτις, καλλονής εξαίσιας γυνή εν τη νεότητι της, επιμεμελημένης τα μάλα αγωγής και ευγενεστάτης συμπεριφοράς, εγίνετο εκ των πρώτων επίτιμος κυρία της Αυλής της πρώην βασιλίσσης Αμαλίας, τιμηθείσα διά της εκτάκτου τιμής της απονομής αυτή παρασήμου ελληνικού, και ως πολίτις Ελληνίς εκλεκτή, και ως σύζυγος αφοσιωμένη και ως μήτηρ φιλόστοργος επέσυρε την υπόληψιν και την αγάπην δι’ όλης της κοινωνίας· διό την κηδείαν της, ην προανήγγειλαν ο σύζυγος, οι δύο αγαπητοί υιοί της Μάρκος Καρατζάς, υπολοχαγός του πυροβολικού και Αλέξανδρος Καρατζάς, δικηγόρος, και η αδελφή της κυρία Β. X. Αντωνοπούλου, παρηκολούθησαν χθες μ.μ. πολλοί εκ των μάλλον διακεκριμένων πάσης τάξεως πολίται, τρανήν διαδηλούντες την προς την μνήμην της νεκράς αγάπην αυτών και τον σεβασμόν προς το όνομα και τας άρετάς της.

»Η φήμη της μακαρίτιδος κατά τον βίον αυτής δεν περιωρίσθη εν Ελλάδι μόνον, αλλά δείγμα των τιμών, ας και η ξένη αυλή του Μονάχου απένειμεν εις την παρεπιδημήσασάν ποτέ εκεί Αικατερίνην Καρατζά, την κόρην του Μπότσαρη, κρέμαται εν τη αιθούση των αυτόθι ανακτόρων, τη περικλειούση την σειράν των ωραίων γυναικών, η εικών της εις μνήμην παντοτεινήν, αναρτηθείσα κατά την επιθυμίαν του βασιλέως τότε της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Είδομεν την εικόνα ταύτην και απεθαυμάσαμεν αληθώς τας ελληνικάς χάριτας και την σεμνήν ωραιότητα, εις ην προσαρμόζεται τόσον τελείως η κομψή ελληνική της εποχής στολή. Ωνομάσθη δε και Ρόζα η μακαρίτις διά το πολύ και ανθηρόν της νεότητός της κάλλος.

»Τοιαύτη ήτο η κηδευθείσα χθες της ηρωικής γενεάς κόρη και καταλείπουσα ζωηράν μεν την μνήμην της, ζώσας δε τας άρετάς της εις τους δύο αυτής αξιούς υιούς».

Αικατερίνη Ρόζα Μπότσαρη – Η καλλονή κόρη ενός ήρωα-14
Κοντογούνι (γιλέκο) από βυσσινί βελούδο με κεντήματα από χρυσά κορδόνια και γαϊτάνια, το οποίο ανήκε στην Αικατερίνη Μπότσαρη (μέσα 19ου αι., Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

 

 

 

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο