Αννίτα Παναρέτου: Οι ζωές μας είναι ο κορμός της Ιστορίας

Η κατάδυση στους βίους των «μοναχικών ηρώων», το φως και το σκοτάδι της Ελλάδας και η βιογραφία του ξεχασμένου ποιητή που εκτελέστηκε το ’42 στην Καισαριανή | Τασούλα Καραϊσκάκη

522

«Αγαπώ την έρευνα. Να φέρνω στην επιφάνεια ιστορίες ανθρώπων ξεχασμένων, να λοξοδρομώ στα συμφραζόμενα των συμβάντων και στους λαβυρίνθους της Ιστορίας», λέει και χαμογελά. Για την Αννίτα Παναρέτου η συγγραφή είναι απασχόληση, απόδραση και περιπλάνηση. Δεκατέσσερα βιβλία – στο πιεστήριο το 15ο και στον δρόμο για την έκδοση το 16ο. Μελέτες, μαρτυρίες, ιστορικά μυθιστορήματα, αφηγήματα. Eνα διαρκές ζύμωμα με μοναδικές ζωές σε αυθεντικό ιστορικό φόντο – τα προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά χρόνια, τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή.

Βρισκόμαστε στο σπίτι της, μια φωτεινή αγκαλιά που δεν θέλεις να εγκαταλείψεις. Εξω, κάτω χαμηλά, η Βασιλίσσης Σοφίας, ένα ασημόγκριζο απαστράπτον ποτάμι που ξεχύνεται κατά τη θάλασσα. Μόλις που ακούγεται ο αχός της μεσημεριανής έξαψης της πόλης. Στα πόδια μας η Κίρα, η τρίχρωμη γάτα, μια ακόμη εστία έλξης και θέρμης. «Ξεκίνησα με την ταξιδιωτική λογοτεχνία, που ήταν και θέμα του διδακτορικού μου – Η ταξιδιωτική πεζογραφία του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου. Οταν το τελείωσα, είπα: τώρα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις με τα ταξιδιωτικά. Και προέκυψε το πεντάτομο έργο “Ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία”. Ηταν ένας σπουδαίος τρόπος παράλληλης συμβίωσης με την καθημερινότητα, μαζί και μια αναδρομή, από τη στιγμή που η ταξιδιογραφία μεταβάλλεται, ώστε να συμπλέει με τα αιτήματα των εκάστοτε ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών.

Advertisement

»Την ιστορία των ταξιδιών διαδέχθηκε η ιστορία των ανθρώπων, αφότου διαπίστωσα πως αν και μετείχα, όπως είναι φυσικό, στην εποχή μου, η χρονική στιγμή στην οποία έτυχε να γεννηθώ δεν με είλκυε καθόλου. Βρήκα το αντίδοτο σε παρελθούσες εποχές. Ασχολούμαι με ιστορικές περιόδους που με συγκινούν και που πάντα αφορούν την Ελλάδα. Οχι με την Ιστορία όπως αποφασίζεται στα τραπέζια των δυνατών, αλλά με τις ιστορίες των ανθρώπων που υποχρεώνονται να εκτελέσουν αυτές τις αποφάσεις και να επωμιστούν τις συνέπειές τους. Με θέλγει ιδιαίτερα η ιχνηλάτηση αφανών ηρώων και, όποτε υπάρχει η δυνατότητα, συλλέγω στοιχεία, ώστε να ανασυστήσω τους βίους τους».

Είναι συναρπαστική για την κ. Παναρέτου η αναδίφηση στο παρελθόν, γενναιόδωρη στο επίπεδο της γνώσης και της αυτογνωσίας, τερπνή και ωφέλιμη, παρά τα φρικώδη που μπορεί κανείς να ανακαλύψει, τα οποία υπερβαίνουν πολλές φορές τη φαντασία. Το έζησε κατά τη συγγραφή του βιβλίου «”Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου…”, Ελληνες όμηροι και αιχμάλωτοι σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές 1941-1945», όπου, μέσα από γραπτές μαρτυρίες και αφηγήσεις ήρθε στο φως μια άγνωστη σελίδα Ιστορίας, οι μεταξύ ζωής και θανάτου μαρτυρικές δοκιμασίες όσων εκτοπίστηκαν βίαια έξω από τα ελληνικά σύνορα, κυρίως σε γερμανικά στρατόπεδα εργασίας. «Αποτελούμε μέρος της Ιστορίας. Οι δικές μας ζωές συγκροτούν τον κορμό της», λέει.

Μέσα από τα έργα της αναβλύζει η Ελλάδα, ο πολιτισμός, η Ιστορία της, οι άνθρωποι, η φύση, «όλη η μαγική ουσία της πατρίδας μας, όλη η μυστηριακή πνευματική οντότητά της», όπως είχε πει ο Γεώργιος – Αλέξανδρος Μαγκάκης αναφερόμενος στο δίγλωσσο «Ελλάδα, διαδρομή αιώνων», το κατεξοχήν ελληνικό βιβλίο της. Ελληνική είναι και «Η παρηγορία των επιστολών σου», μια φανταστική αλληλογραφία ανάμεσα σε δύο λόγιες Ελληνίδες του 19ου αι., την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, γεννημένες αντίστοιχα στην Aνδρο και τη Ζάκυνθο, αλλά σε λάθος χρόνο. Οπως ελληνικό είναι και το μυθιστόρημα «Τα πορτραίτα της», όπου ζωντανεύουν υπαρκτά πρόσωπα από τον χώρο της τέχνης (π.χ. Παρθένης, Νίκος Λύτρας, Παπαλουκάς, Τριανταφυλλίδης) και πτυχές της ελληνικής Ιστορίας και της αθηναϊκής κοινωνίας του Μεσοπολέμου.

– Νιώθετε να έχετε κάποια συγγένεια με τις μορφές που μελετάτε;

– Ναι, κατά κάποιον τρόπο. Με τους μοναχικότερους ήρωες, αλλά και με τους ομήρους, που η κοινή ιστορία τους με κάνει να τους νοώ ως ένα ενιαίο πρόσωπο. Και οι μεν και οι δε κλήθηκαν να προσαρμοστούν και να ενταχθούν σε σύνολα που δεν είχαν επιλέξει. Κάπως έτσι αισθανόμουν συχνά κι εγώ: μικρή έβρισκα τα κοριτσίστικα παιχνίδια αφελή, στο σχολείο δυσκολευόμουν να ενσωματωθώ στην οποιαδήποτε ομάδα. Επιπλέον, ακόμη και μεγάλη φοβόμουν να εκτεθώ. Είχα δυσκολία να μιλήσω σε ακροατήριο. Υστερα, με την αυτοβιογραφική μαρτυρία «Ψυχής εγκώμιον», προχώρησα πιο θαρρετά, απαλλαγμένη σε μεγάλο βαθμό από τα βαρίδια των παιδικών χρόνων. Συνέβαλε σ’ αυτό και η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ό,τι καλύτερο έχω κάνει για τον εαυτό μου και για τους δικούς μου.

Την ιστορία των ταξιδιών διαδέχθηκε η ιστορία των ανθρώπων, αφότου διαπίστωσα πως η χρονική στιγμή στην οποία έτυχε να γεννηθώ δεν με είλκυε καθόλου. Βρήκα το αντίδοτο σε παρελθούσες εποχές.

– Νιώθατε διαφορετική;

– Θα έλεγα ναι, καθώς η παιδική, εφηβική αλλά και νεανική ηλικία μου υπήρξαν άλλες από τις συνήθεις, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μου. Η μοναχικότητα και ένα είδος περιχαράκωσης με οδήγησαν να συμπαρασταθώ (η λέξη στην κυριολεξία της) στην Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου. Hταν μια αδικημένη γυναίκα που έζησε 31 χρόνια κλεισμένη σε ένα σπίτι. Οι άνδρες της οικογένειας είχαν τυραννικά πατριαρχικές ιδέες, η μητέρα και η αδελφή ήταν οι κλασικές γυναίκες του καιρού τους. Εκείνη ήταν μπροστά από την εποχή της. Δεν έβρισκε καταφυγή πουθενά. Μόνο στους δασκάλους της.

– Εσείς βρίσκατε κάποια καταφυγή στους δασκάλους σας;

– Oχι, ποτέ δεν θα έλεγα καταφυγή. Πάντως, σίγουρα με καθόρισε ο Παντελής Πρεβελάκης, ο κατεξοχήν δάσκαλός μου. Τον γνώρισα και παρακολούθησα τη διαδρομή του προς τον θάνατο τους τελευταίους 13 μήνες του βίου του. Ημουν νέα και εύπλαστη. «Είχες κανένα δάσκαλο στη ζωή σου;», με είχε ρωτήσει. «Θέλω να σου μεταγγίσω την ψυχή μου», μου είπε αργότερα, και αφέθηκε να ξεδιπλωθεί οδεύοντας συνειδητά στην τελική ευθεία. Θεωρούσε τον εαυτό του εθνικό συγγραφέα, ήταν πολύ περήφανος για τα έργα του. Διαβάζαμε μαζί κάποια δίστιχα του «Νέου Ερωτόκριτου», που δεν έτυχε της υποδοχής που έπρεπε, εκδόθηκε λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του. Μνημειώδες έμμετρο έργο· εκατοντάδες δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα (4.670 στίχοι). Είναι χωρισμένο σε ενότητες, αλλά μπορεί κάποιος –όπως μου είχε πει– να διαβάσει τα δίστιχα μεμονωμένα, να τα ανακατέψει σαν τα σπιρτόξυλα και να τα βάλει σε μια καινούργια σειρά.

– Το νέο σας έργο;

– «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι. “Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί”», από τις εκδόσεις Εστία, με πρόλογο και επίλογο του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ. Είναι η ιστορία του ποιητή και πεζογράφου, επισμηναγού Μιχάλη Ακύλα, φίλου των Εμπειρίκου, Βενέζη, Ιωάννας Τσάτσου, Μυριβήλη, Θεοτοκά, Σεφέρη, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Γιάννη Μαγκλή, Ηλία Τσιριμώκου, που εκτελέστηκε στην Καισαριανή μαζί με άλλους επτά ομήρους τον Ιούνιο του 1942. Ολοι τους μιλούσαν γι’ αυτόν εγκωμιαστικά. Ο Εμπειρίκος τού είχε αφιερώσει ήδη από το 1933 το ποίημα-παιάνα, με τίτλο «Ιε παι». Η Ιωάννα Τσάτσου έγραψε στα «Φύλλα Κατοχής», «δεν ξέρουν αυτοί οι Ούννοι ποιους έχουν μπροστά τους και σκοτώνουν. Σκοτώνουν το πνεύμα, σκοτώνουν αυτή τη σπάνια ευαισθησία που’ ναι χίλιες ζωές μαζί». Ο Βενέζης τού αφιέρωσε την «Αιολική γη». Κι επειδή η αφιέρωση δεν συμπεριλήφθηκε στην πρώτη έκδοση, στα τρία χρόνια από τον θάνατο του Ακύλα έγραψε ο Βενέζης σε επιστολή του στη Νέα Εστία: «Και θα ‘θελα να παρακαλέσω όλους όσοι έχουν στη βιβλιοθήκη τους την “Αιολική γη” να γράψουν με το χέρι τους στην πρώτη σελίδα την αφιέρωση που του ανήκει: “Στη μνήμη του ποιητή Μιχάλη Ακύλα, που πέθανε για την Ελλάδα”».

Διασώζοντας το θάμβος

Γνωρίζουμε τον τόπο μας; Τον σεβόμαστε; «Oχι όσο και όπως θα έπρεπε, όπως αποδεικνύεται από τη δική μας αδιαφορία και από την κακοποίηση που υφίσταται καθημερινά. Τον γνωρίζουμε εντελώς επιφανειακά και αποσπασματικά, επειδή δεν μας δόθηκε η δυνατότητα να τον δούμε ως ενότητα φύσης, ιστορίας, πολιτισμού και ανθρώπων – όχι μόνο των επωνύμων, αλλά και του πλήθους των σεμνών ανωνύμων που επιπροσθέτως στήριξαν και προήγαγαν επί αιώνες την έννοια της Ελλάδας, μέσα από την εμβληματική δημοτική ποίηση, τη μουσική και την αγιογραφία. Η σχολική διδασκαλία δεν είχε την ευρύτητα, την τόλμη ή την ελευθερία να συμβάλει στη γνωριμία με αυτή την ενότητα. Τα σχολικά βιβλία έχουν βελτιωθεί επειδή έχουν απομακρυνθεί από την παλαιότερη μεγαλοστομία και τον διδακτισμό, όμως απέχουν πολύ από τη μετάδοση των όποιων συναισθημάτων και κυρίως της όποιας συγκίνησης. Τουλάχιστον υπάρχει ακόμη η θριαμβεύουσα φύση, που επιμένει να ανθίσταται. Και υπάρχει, ευτυχώς, η ανεκτίμητη συνεισφορά των ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων, που διατύπωσαν, με διαφορετική χροιά ο καθένας, τον ορισμό της Ελλάδας. Το “θάμβος” της, κατά τους σχολικούς μου δασκάλους Ματθαίο Μουντέ και Κώστα Γεωργουσόπουλο».

Η συνάντηση

Απολαύσαμε στο σπίτι της κ. Παναρέτου ένα εξαιρετικό γεύμα που ετοίμασε η ίδια. Ψαρονέφρι με δαμάσκηνα, πουρέ, μπαστουνάκια τυρόπιτας, σαλάτα λάχανο – καρότο, που συνοδεύσαμε με ένα λευκό κρασί και κλείσαμε με πανακότα μαστίχα γαρνιρισμένη με γλυκό πορτοκάλι. Μιλήσαμε για την υπό έκδοση μετάφρασή της, του ταξιδιωτικού χρονικού της Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ για την Αθήνα και την Κέρκυρα του 1850, με τίτλο «Ελλάδα μου, κοιτίδα μου». Oπως και για ένα ακόμη νέο προς έκδοση βιβλίο της, την ιστορία της Πολύμνιας Καμάρα, γόνου επιφανούς αθηναϊκής οικογενείας, εθελόντριας νοσοκόμας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που το 1940, εγκλωβισμένη στο Παρίσι, εντάχθηκε στον γαλλικό αντιστασιακό αγώνα, συνελήφθη, φυλακίστηκε και τα ίχνη της εξαφανίστηκαν. Αποκαλύφθηκε ότι θανατώθηκε σε θάλαμο αερίων μαζί με Εβραίες γυναίκες, στο στρατόπεδο Ράβενσμπρικ, τον Μάρτιο του 1945.

Αννίτα Παναρέτου: Οι ζωές μας είναι ο κορμός της Ιστορίας-1

 

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο