Το λογοτεχνικό βιβλίο, ως ζωντανός οργανισμός βρίσκει τη θέση του στη σχολική τάξη. Δεν ξέρω αν θα καταργηθούν τα καταστροφικά εγχειρίδια, το χασάπικο της λογοτεχνίας, που προσφέρουν στους μαθητές κομμάτια έτοιμα για μαγείρεμα. Φιλέτο ο Παπαδιαμάντης, παϊδάκια ο Βιζυηνός, μπριζόλα ο Καζαντζάκης. Οι τίτλοι μια χαρά είναι και αντιστοιχούν στις ηλικίες των μαθητών στις οποίες απευθύνονται. Θα μπορούσαν να υπάρξουν κι άλλοι τίτλοι, όμως αυτό δεν έχει σημασία. Υποθέτω ότι οι τίτλοι της ξένης λογοτεχνίας επελέγησαν και με κριτήριο την ποιότητα της μετάφρασής τους. Ομως, κι αυτό είναι το μεγάλο «όμως» που σκιάζει την εκπαίδευσή μας. Τα κείμενα αυτά θα προσφέρονται στους μαθητές από το υπουργείο. Κοινώς, θα μπαίνουν στη μηχανή του κιμά που λέγεται «σχολικό βιβλίο». Και γιατί να μην τα αγοράζουν οι μαθητές από κάποιο βιβλιοπωλείο; Ωστε οι εκδότες για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του ανταγωνισμού να τα εκδώσουν σε φθηνή μορφή «τσέπης»; Και οι μαθητές να εξοικειωθούν με τον χώρο όπου ζει το βιβλίο. Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη αφορά τους μαθητές. Αν χρειασθεί να αγοράσουν έναν Βιζυηνό ή έναν Οργουελ, θα μάθουν ότι αυτά τα αντικείμενα έχουν αξία. Και μόνον έτσι θα τα εκτιμήσουν. Το παιδί και ο έφηβος ξέρουν ότι τα σνίκερ ή τα φούτερ τους έχουν αξία, όμως δεν μαθαίνουν ότι και το βιβλίο έχει αξία, αφού τους προσφέρεται δωρεάν. Δωρεάν παιδεία, θα μου πείτε. Σκεφθείτε τα ποσά που πάνε σε φροντιστήρια. Κι αν, στο κάτω κάτω κάποια οικογένεια δεν έχει το ποσό για να αγοράσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, ας ληφθεί ειδική πρόνοια. Εξάλλου υπάρχει και ένας χώρος που λέγεται βιβλιοθήκη. Αφού θέλει το υπουργείο να ανοίξει την εκπαίδευση στη λογοτεχνία, ας ενισχύσει και τις σχολικές βιβλιοθήκες.
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τους διδάσκοντες. Το υπουργείο τούς καθησυχάζει λέγοντάς τους ότι θα υπάρξουν προγράμματα για να τους εκπαιδεύσουν στις ανάγκες της διδασκαλίας της λογοτεχνίας. Αν καταλαβαίνω καλά, αυτό σημαίνει ότι ο φιλόλογος χρειάζεται ειδική μετεκπαίδευση για να συζητήσει «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Παπαδιαμάντη με τους μαθητές του. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να βρω ειλικρινέστερη ομολογία για την αδυναμία μεταρρύθμισης της πρωτοβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης: όσες καλές πολιτικές προθέσεις κι αν υπάρχουν, προσκρούουν στην αδυναμία του ανθρώπινου δυναμικού. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας δεν είναι περιττή πολυτέλεια. Είναι το θεμελιώδες εργαλείο για την περίφημη «κατανόηση κειμένου». Οι μαθητές μας υστερούν, με αποτέλεσμα όταν πάψουν να είναι μαθητές να μην μπορούν να διαβάσουν την πραγματικότητα. Πρόταση: να μπει η ανάγνωση της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση, όχι ως επιδοτούμενη δραστηριότητα. Να μάθει ο έφηβος ότι για να γίνεις αναγνώστης απαιτείται κάποιο τίμημα, άρα αξίζει να το επιδιώξεις.