Το σχέδιο για «παγκάρι.gr»

Η «Κ» παρουσιάζει τις λεπτομέρειες του σχεδίου, τους χρηματοδότες του και το σκεπτικό για την ανάπτυξή του | Δώρα Αντωνίου

416

Πριν από περίπου τρία χρόνια στη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος έφτασε μια πρόταση, η οποία αφορούσε τη διερεύνηση των προθέσεων της Ιεραρχίας έναντι πρότασης για δωρεά μετοχών μιας υπό σύσταση τράπεζας. «Κάναμε μια προσπάθεια τότε και η Σύνοδος την ενστερνίστηκε μέχρι ενός σημείου», θυμάται σήμερα εκκλησιαστικό στέλεχος που συμμετείχε στις συζητήσεις.

Πολύ νερό κύλησε έκτοτε και ακόμη και κάποιοι από τους ιεράρχες που συμμετείχαν σε εκείνη την αρχική συζήτηση και ενστερνίστηκαν «μέχρι ενός σημείου» το σχέδιο που παρουσιάστηκε, ενδεχομένως δεν το θυμούνται καν. Ομως, εκείνοι που συνέλαβαν την ιδέα, έχοντας λάβει την εξουσιοδότηση που επεδίωξαν, εργάστηκαν μεθοδικά για την υλοποίηση του πρότζεκτ. Σήμερα, τρία χρόνια αργότερα, η ίδρυση μιας ψηφιακής τράπεζας με μέτοχο την Εκκλησία της Ελλάδος είναι προ των πυλών. Οπως αναφέρουν καλά ενημερωμένες πηγές, μέχρι τον Μάιο, το αργότερο στις αρχές Ιουνίου, σχεδιάζεται να κατατεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ο φάκελος με όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να αδειοδοτηθεί η λειτουργία της τράπεζας.

Advertisement

Οι ενστάσεις

Καθώς οι ημερομηνίες «τρέχουν» και «ο καιρός γαρ εγγύς» για την υλοποίηση του εγχειρήματος που καιρό τώρα προετοιμάζεται μεθοδικά, το θέμα αρχίζει να ανακινείται στο εσωτερικό της Εκκλησίας, προκαλώντας ανησυχία και ερωτήματα για το κατά πόσον είναι σωστό η Εκκλησία να εμπλακεί σε κάτι τέτοιο. Από ορισμένες πλευρές της Ιεραρχίας, μάλιστα, διατυπώνονται αμφιβολίες αν, τελικά, η προσπάθεια θα στεφθεί με επιτυχία.

Εκκλησιαστικό στέλεχος με συμμετοχή στην προεργασία, αναφέρει μιλώντας στην «Κ» ότι όλα τα βήματα έγιναν με ιδιαίτερη προσοχή και χωρίς να ανακοινωθεί κάτι, διότι υπήρχε ανησυχία για πρόκληση αντιδράσεων, πρωτίστως από όσους θεωρήσουν ότι ενδεχομένως θίγονται τα συμφέροντά τους, όπως το υφιστάμενο τραπεζικό σύστημα που θα μπορούσε να δει την εκκλησιαστική «εισπήδηση» στην αγορά ανταγωνιστικά.

Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το εγχείρημα αφορά τη λειτουργία μιας αποκλειστικά ψηφιακής τράπεζας. Ενός οργανισμού, δηλαδή, που θα παρέχει το σύνολο των υπηρεσιών που παρέχει μια κλασική τράπεζα, χωρίς, όμως, να διαθέτει φυσικά υποκαταστήματα, αλλά να λειτουργεί αποκλειστικά μέσω της οθόνης των υπολογιστών ή των κινητών τηλεφώνων των πελατών της. «Θα είναι μια πολύ σύγχρονη ηλεκτρονική τράπεζα, η οποία δεν έχει collateral την περιουσία της Εκκλησίας», διευκρινίζει ο συνομιλητής μας. Απορρίπτει κατηγορηματικά όποια αναφορά σε «Ιερά Τράπεζα».

«Δεν θα γίνουμε Βατικανό» – Οι εμπνευστές του εγχειρήματος επιχειρούν να απαντήσουν προληπτικά στις ενστάσεις που μπορεί να εκδηλωθούν και εντός της Ιεραρχίας.

Το προηγούμενο της Εθνικής

«Θεωρήθηκε ποτέ Ιερά Τράπεζα η Εθνική Τράπεζα, επειδή ένας από τους ιδρυτικούς μετόχους της ήταν η Εκκλησία; Ή μήπως το “Ταμείο ανταλλαξίμων και κοινωφελών περιουσιών” του 1930 κατέστη “Ιερό”, μόνο και μόνο επειδή αντικατέστησε τον αποτυχημένο υπάλληλο του υπουργείου Εξωτερικών, που το διηύθυνε, με την εμβληματική εκκλησιαστική προσωπικότητα του Χρυσάνθου Τραπεζούντος, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών; Ιερά Τράπεζα; Ποτέ. Θέσμια Τράπεζα, ναι».

Τι βάζει η Εκκλησία σε αυτό το εγχείρημα ώστε να είναι μέτοχος; Το πολύ ισχυρό brand name που διαθέτει. Εκείνοι που συνέλαβαν την ιδέα προσδοκούν ότι η εμφάνιση μιας τράπεζας που θα έχει ευθεία αναφορά στην Εκκλησία της Ελλάδος θα έχει απήχηση. «Η Εκκλησία είναι πρωτίστως ιδέα. Ακόμη και στα οικονομικά. Θα ακουμπήσουν σε αυτήν Ελληνες του εσωτερικού και του εξωτερικού, αλλά και ένα ευρύτερο ακροατήριο», είναι η εκτίμηση. Η εταιρεία Financial Innovation Holding Α.Ε., της οποίας είναι μέτοχος η Εκκλησία, είναι ο επίσημος φορέας του εγχειρήματος. Εμπνευστής είναι σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές ο πρώην πρόεδρος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, Αγγελος Φιλιππίδης. «Τον παρακαλέσαμε να προχωρήσουμε μαζί όταν ακούσαμε την ιδέα του», αναφέρει εκκλησιαστική πηγή.

Οι υπερασπιστές του εγχειρήματος σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι «δεν θα γίνουμε Βατικανό», προφανώς για να προκαταλάβουν οποιαδήποτε ενδεχόμενη συσχέτιση με τα ουκ ολίγα οικονομικά σκάνδαλα που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει σε σχέση με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Αγίας Εδρας.

Η συμμετοχή της Εκκλησίας στο εγχείρημα, σύμφωνα με πρωτεργάτη της προσπάθειας, είναι η δημιουργία ενός κοινώς αποδεκτού πόλου έλξης φορέων και προσωπικοτήτων που επιθυμούν να υπηρετήσουν το «κοινό καλό», ώστε το εγχείρημα να είναι πολυδύναμο και πολυσυλλεκτικό, με μετόχους από διάφορους χώρους και διακυμαινόμενης ισχύος ως προς την οικονομική τους επιφάνεια, αλλά με κοινό στοιχείο την αγάπη προς την Ελλάδα, την αφοσίωσή τους στην οικουμενική ιδέα της αρμονικής συνύπαρξης των λαών, την ευαισθησία τους σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ίσων ευκαιριών.

Οι μέτοχοι του αύριο – «Να δούμε όταν θα αρχίσουν να προκύπτουν αποτελέσματα, αν θα θέλουν οι μητροπολίτες να μπουν μέτοχοι σιγά σιγά», σχολιάζει άμεσα εμπλεκόμενος.

«Ο σκοπός, λοιπόν, και όχι η τράπεζα», αναφέρει, «είναι ιερός, όπως είναι ιερό κάθε ανθρώπινο πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή διαβίωση, στη μόρφωση, στην ευτυχία, και όπως ιερή είναι κάθε συνεργασία που αποσκοπεί στο κοινό καλό, όχι μόνο μιας ομάδας, ενός έθνους, μιας χώρας, αλλά όλης της υφηλίου».

Για την ώρα, η προσπάθεια επικεντρώνεται στη συγκέντρωση κεφαλαίων από ιδιώτες επενδυτές, ώστε να ολοκληρωθεί η απαραίτητη προεργασία και να κατατεθεί ο φάκελος προς αδειοδότηση. Με τους συμμετέχοντες να αποκρούουν τη φημολογία για άδεια που θα ζητηθεί από το εξωτερικό. «Ούτε με Λιθουανία υπάρχει σχέση ούτε με κάποια άλλη χώρα. Στην Τράπεζα της Ελλάδος θα απευθυνθούμε», επισημαίνουν.

Το μισό δισ. που χάθηκε και το υπόδειγμα της Κύπρου

Με έδρα την Ελλάδα, στόχος είναι να αναπτύξει τις εργασίες της στους τόπους όπου ανθεί η ελληνική διασπορά και ομογένεια. Οπως μας εκμυστηρεύθηκε ένας από τους «θεωρητικούς» θεμελιωτές της προσπάθειας, «αποστολή της τράπεζας είναι η ανάπτυξη ενός σύγχρονου αποτελεσματικού τρόπου αξιοποίησης του ελληνισμού ως μήτρας της οικουμενικής ιδέας, η δημιουργία δηλαδή μιας νέας εκδοχής του ολυμπισμού στον χώρο της καθημερινής οικονομίας».

Και μπορεί σε αυτή τη φάση να υπογραμμίζεται ότι η Εκκλησία δεν θα βάλει κεφάλαια παρά μόνον το ισχυρό όνομά της, αλλά είναι σαφές ότι σε δεύτερο χρόνο θεωρείται ότι υπάρχει τέτοια προσδοκία. «Να δούμε όταν θα αρχίσουν να προκύπτουν αποτελέσματα, αν θα θέλουν οι μητροπολίτες να μπουν μέτοχοι σιγά σιγά», σχολιάζει άμεσα εμπλεκόμενος. Φαίνεται ότι η βασική αγωνία όσων
εντός της Εκκλησίας υποστηρίζουν το εγχείρημα της ψηφιακής τράπεζας είναι να καταφέρει η Εκκλησία να αναπληρώσει ένα μέρος από τις μεγάλες απώλειες που υπέστη από τη συμμετοχή της στη μετοχική σύνθεση της Εθνικής Τράπεζας και τις ανάγκες που προέκυψαν για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

«Η Εκκλησία έβαλε την περιουσία της και την έχασε. Πάνω από μισό δισ. ευρώ. Δεν έμεινε τίποτα. Η Εκκλησία έβαλε πλάτη στην εποχή της κρίσης και το πλήρωσε με αίμα. Ο σκοπός είναι να καταφέρουμε τώρα κάτι να έχουμε στα χέρια μας», αναφέρει συνομιλητής μας και παραπέμπει στο παράδειγμα της Εκκλησίας της Κύπρου και της δικής της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Και αν κάπως έτσι περιγράφεται το σχέδιο και η ιδανική εξέλιξη του εγχειρήματος, καθώς πλέον εισερχόμαστε στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση της προεργασίας, φαίνεται ότι στο εσωτερικό της Εκκλησίας και της Ιεραρχίας αρχίζουν να εμφανίζονται προβληματισμοί και αντιδράσεις.

Οι διαφωνούντες

Ενα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι αν όταν κληθεί να δώσει οριστικά το πράσινο φως για την υλοποίηση του εγχειρήματος, η Ιεραρχία θα πει το μεγάλο «ναι». Οι υποστηρικτές του πρότζεκτ δηλώνουν έτοιμοι να συζητήσουν όλα τα θέματα και να απαντήσουν σε όλα τα ερωτήματα. «Και αν τεθούν αιτιολογημένες ενστάσεις, εδώ είμαστε να τις ακούσουμε».

Ιεράρχης με τον οποίο συνομίλησε η «Κ» εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματισμένος για τις προοπτικές που διαμορφώνονται. «Ενας πολύ σημαντικός παράγοντας που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι ότι για αρκετούς ιεράρχες είναι εντελώς ακατανόητος ο μηχανισμός λειτουργίας μιας ψηφιακής τράπεζας. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί κάποιος να υπερασπιστεί το εγχείρημα σε αυτό το ακροατήριο, να καταφέρει να εξηγήσει τι ακριβώς επιδιώκει να κάνει και με ποιον τρόπο θα το πετύχει», είναι η πρώτη παρατήρηση που κάνει ο συνομιλητής μας.

«Είναι η αποστολή της Εκκλησίας να κάνει μπίζνες; Δεν κάνεις την “τράπεζα των φτωχών” με μικροδάνεια, πας να μπεις στον  τραπεζικό ανταγωνισμό. Χωρίς κεφάλαια; Πώς;». Είναι μερικά από τα ερωτήματα που ακούγονται.

Από εκεί και μετά, τίθεται μια σειρά από ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει να απαντηθούν. «Είναι η αποστολή της Εκκλησίας να κάνει μπίζνες; Δεν κάνεις την “τράπεζα των φτωχών” με μικροδάνεια και ευνοϊκούς όρους, πας να μπεις στον τραπεζικό ανταγωνισμό. Χωρίς κεφάλαια; Πώς; Πας να “σηκώσεις” χρήμα από επενδυτές;». Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που ακούγονται. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι πρόκειται για πολύ ριψοκίνδυνο εγχείρημα για να μπορέσει να προχωρήσει. Οσοι εκφράζουν προβληματισμούς για το εάν η Εκκλησία μπορεί ή και πρέπει να κάνει ένα τέτοιο βήμα βάζουν στο κάδρο και την παράμετρο των πιστών. Από τη μια υπάρχει το μετριοπαθές εκκλησιαστικό ακροατήριο, ο μεγάλος όγκος των πιστών, οι οποίοι είναι πιθανό να ενοχληθούν στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης.

«Πώς μπορούμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα που αυθόρμητα θα
γεννηθούν για τον ρόλο που πρέπει να έχει η Εκκλησία και για το πώς μπορεί να λειτουργεί με κριτήριο το επιχειρηματικό κέρδος; Πολύ περισσότερο που, ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση και μετά, για πολύ κόσμο η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος είναι έννοια αρνητικά φορτισμένη. Πώς θα απευθυνθούμε σε όσους, πιεζόμενοι από οικονομικά βάρη, καταφεύγουν στην Εκκλησία για να
αναζητήσουν παρηγορητικό λόγο, όταν την ίδια στιγμή θα γνωρίζουν
ότι ασκούμε μια τέτοια δραστηριότητα;», αναρωτιέται ιεράρχης.

Οι ζηλωτές

Υπάρχει φυσικά και το άλλο ακροατήριο. Οι παραθρησκευτικές οργανώσεις, οι ακραίοι, που θεωρείται βέβαιο ότι ακούγοντας για ψηφιακή τράπεζα, θα αρχίσουν
τους συνειρμούς με το «χάραγμα» και το «θηρίο». Είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο που προβληματίζει κάποιους ιεράρχες, οι οποίοι εδώ και καιρό εκφράζουν ανησυχία για τη διάδοση που, όπως λένε, φαίνεται να έχουν οι περισσότερο
συντηρητικές έως και σκοταδιστικές αντιλήψεις στο εκκλησιαστικό ακροατήριο.
Συνομιλητής μας, εκ των θερμών υποστηρικτών του εγχειρήματος, ζητεί να αντιμετωπιστεί με ενότητα το εγχείρημα και παραφράζοντας απόσπασμα από την
Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, τονίζει: «Ούτε του Απολλώ, ούτε του Κηφά, ούτε του Παύλου. Είναι μια προσπάθεια της Εκκλησίας».

 

 

 

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο